Στις 14 Απρίλη συμπληρώθηκαν 96 χρονια από τον θάνατο του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι.

Το κειμενο ειναι του Δημήτρη Τριανταφυλλιδη και αλιεύθηκε από την ομάδα του FB “ΜΈΘΕΞΗ”, συνάντηση ψυχής

“Προσπαθώντας να ξεχάσει τη Λίλι Μπρικ ο Μαγιακόφσκι πήγε στο Παρίσι κι εκεί ερωτεύτηκε την Τατιάνα Γιάκοβλεβα.

Δεν είχαν τίποτα κοινό οι δύο τους. Εκείνη ανήκε στους Λευκούς και ήταν αυτοεξόριστη, λεπτή κι εκλεπτυσμένη, μεγαλωμένη με την ποίηση του Πούσκιν και του Τιούτσεφ, δεν μπορούσε να καταλάβει την αψιά ποίηση, τους οργισμένους στίχους του Μαγιακόφσκι, του ορμητικού «παγοθραυστικού» της νεαρής σοβιετικής ποίησης.

Γενικά, δεν μπορούσε να αποδεχτεί ούτε τα λόγια που της έλεγε στη σύντομη κοινή ζωής τους. Οργισμένος, παρορμητικός, πάντα κόντρα όχι μόνο στο ρεύμα μα σε όλα, άνθρωπος που ζούσε σαν να μην υπάρχει αύριο, ο Μαγιακόφσκι τρόμαζε την Τατιάνα με το ασυγκράτητο πάθος του. Δεν την συγκινούσε ούτε η σκυλίσια του αφοσίωση, δεν την γοήτευε η δόξα και η φήμη του. Η καρδιά της παρέμεινε αδιάφορη απέναντί του. Ο Μαγιακόφσκι γύρισε μόνος του στην Μόσχα, καθώς αρνήθηκε να τον ακολουθήσει.

Από αυτόν τον έρωτα απέμεινε η πίκρα και το αίσθημα του ανεκπλήρωτου στον Μαγιακόφσκι, ενώ σ’ εμάς κληροδότησε το μαγικό εκείνο ποίημα «Επιστολή στην Τατιάνα Γιάκοβλεβα».

Σ’ εκείνη απέμειναν τα λουλούδια. Ο Μαγιακόφσκι κατέθεσε όλα τα έσοδα που είχε από τις εμφανίσεις του στο Παρίσι σε μια τράπεζα, στο λογαριασμό ενός γνωστού ανθοπωλείου με την εντολή, κάθε βδομάδα 2 – 3 φορές να παραδίδουν στη Τατιάνα ανθοδέσμες από ασυνήθιστα λουλούδια, ορτανσίες, μαύρες τουλίπες, ορχιδέες και χρυσάνθεμα. Το ανθοπωλείο με ευλάβεια ακολούθησε τις εντολές του Μαγιακόφσκι και κάθε φορά έστελνε πανέμορφα μπουκέτα λουλουδιών. Ο άνθρωπος που τα παρέδιδε, κάθε φορά μπροστά στην πόρτα, παραδίδοντας τα λουλούδια έλεγε «Από τον Μαγιακόφσκι».

Το 1930 ο Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε. Η είδηση τη συγκλόνισε, κόντεψε να καταρρεύσει. Είχε πια συνηθίσει τις απρόσμενες εισβολές στη ζωή της, ήξερε πως παρόλο που ήταν μακριά της, έστελνε λουλούδια. Δεν έβλεπαν ο ένας τον άλλο, μα και μόνο το ότι γνώριζε πως κάπου υπάρχει ένας άνθρωπος που την αγαπάει τόσο πολύ, ήταν καθοριστικός παράγοντας στη ζωή της.

Δεν ήξερε πια πως θα ζήσει, χωρίς αυτόν τον γεμάτο τρέλα έρωτα, ενσαρκωμένο στα λουλούδια. Μόνο που η εντολή που είχε λάβει το ανθοπωλείο, δεν ανέφερε τίποτα σχετικά με το τι θα πρέπει να κάνει στην περίπτωση θανάτου του ποιητή. Έτσι, την επομένη του αγγέλματος του θανάτου του, η πόρτα χτύπησε κι ακούστηκε πάλι η φράση «Από τον Μαγιακόφσκι».

Τα λουλούδια συνέχισαν να έρχονται κατά τη δεκαετία του ’30 όταν πια είχε πεθάνει, αλλά και το 1940 όταν πια τον είχαν λησμονήσει στη Ρωσία. Στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, η Τατιάνα κατάφερε να επιβιώσει πουλώντας στο δρόμο τα λουλούδια που συνέχισαν να έρχονται. Χάρη στις λέξεις «σ’ αγαπώ» που εξέφραζαν αυτά τα λουλούδια, σώθηκε από την πείνα.

Ήρθε η απελευθέρωση. Οι Ρώσοι μπήκαν στο Βερολίνο. Οι ανθοδέσμες συνέχιζαν να έρχονται. Έβλεπε τους ανθρώπους που έφερναν τα λουλούδια να γερνούν και να συνταξιοδοτούνται. Οι νεότεροι που αναλάμβαναν αυτή την αποστολή, ήξεραν πια πως βλέπουν ένα ζωντανό θρύλο και πάντα χαμογελώντας συνωμοτικά έλεγαν με σοβαρότητα «Από τον Μαγιακόφσκι».

Η ιστορία αυτή κυκλοφορούσε σε διάφορους κύκλους της ρωσικής διασποράς αλλά και της σοβιετικής διανόησης επί δεκαετίες. Έτσι όταν ο μηχανικός Αρκάντι Ρίβλιν βρέθηκε στο Παρίσι, θέλησε να επιβεβαιώσει την ιστορία που είχε ακούσει από την μητέρα του.

Η Τατιάνα Γιάκοβλεβα ζούσε και δέχτηκε με χαρά τον συμπατριώτη της ένα απόγευμα. Συζητούσαν για ώρα πολλή πίνοντας τσάι.

Το μικρό άνετο σπίτι της ήταν γεμάτο λουλούδια. Ο νεαρός μηχανικός δεν ένιωθε άνετα να ρωτήσει τη Τατιάνα αν ισχύουν όλα όσα λέγονται σχετικά με τον έρωτα της νιότης της. Βασανίστηκε πολύ μέσα του, μα στο τέλος δεν άντεξε και την ρώτησε αν είναι αλήθεια πως τα λουλούδια του Μαγιακόφσκι της έσωσαν τη ζωή κατά τη διάρκεια του πολέμου. Μήπως ήταν ένας ακόμη αστικός μύθος; Πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό τόσα χρόνια;

Η Τατιάνα του απάντησε: Πιείτε το τσάι σας, με την ησυχία σας. Δεν πιστεύω να βιάζεστε;

Λίγες στιγμές αργότερα χτύπησε το κουδούνι. Η Τατιάνα άνοιξε την πόρτα κι αντίκρισε μία μεγάλη ανθοδέσμη ιαπωνικών χρυσανθέμων. Ένας νεαρός άντρας είπε με σοβαρή φωνή: «Από τον Μαγιακόφσκι». ” – – – – Πόσο μοναδικά, επιλέγουν κάποιοι να “φωτίσουν” τα αέναα “σκοτάδια” τους. – Σαν σήμερα το 1930 ο Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι(στο σαλόνι του σπιτιού του-φώτο 4) θα φυτέψει μία σφαίρα στο κεφάλι του και θα πετάξει φλεγόμενος στο επέκεινα.

Κείμενο του Δημήτρη Τριανταφυλλιδη.

«Επιστολή στην Τατιάνα Γιάκοβλεβα»

Ακόμη και μέσα στα φιλιά των χεριών, 
ή των χειλιών,
σε σώματα που τρέμουν
λατρεμένα μου
το κόκκινο
χρώμα
της δημοκρατίας μου
επίσης
οφείλει
να καίει.
Δεν μ’ αρέσει
ο παριζιάνικος έρωτας:
κάθε γυναικάκι
στα μεταξωτά τυλιγμένο,
βαριεστημένο, νυσταγμένο
να λέει -
tu es beau -
με της σκύλας
το κτηνώδες πάθος.
Μόνον εσύ με ’μένα
είσαι στο ίδιο ύψος,
στάσου τώρα δίπλα μου
φρύδι με φρύδι,
έλα
σ’ αυτό
το σημαντικό απόγευμα
να μιλήσουμε
ανθρώπινα.
Πέντε η ώρα,
κι απ’ αυτή τη στιγμή
στίχοι
άνθρωποι
το πυκνό δάσος,
εξαφανίζονται μαζί και
η κατοικημένη πόλη,
άκου μόνον
το αντικρουόμενο σφύριγμα
των τραίνων για την Βαρκελώνη.
Στον μαύρο ουρανό
αστραφτερά βήματα,
βροντές
βλασφημούν
στο ουράνιο δράμα, -
δεν είναι καταιγίδα,
αυτό είναι
μόνον
η κάψα που μετακινεί όρη.
Ηλίθιες λέξεις,
μη τις παίρνεις στα σοβαρά,
μη σε τρομάζουν
αυτά τα τραντάγματα, -
θα χαλιναγωγήσω,
θα καταλαγιάσω,
συναισθήματα
αριστοκρατικής καταγωγής.
Το πάθος κάποτε
φτάνει στο τέλος,
αλλά η ευχαρίστηση
ασταμάτητη,



θα είμαι μακρύς,
θα είμαι απλός,
θα μιλήσω με στίχους εγώ.
Ζήλεια,
σύζυγοι,
δάκρυα...
αρκετά!
Πρησμένα βλέφαρα
ταιριάζουν στα τέρατα.
Εγώ δεν νοιάζομαι για ’μένα,
εγώ
ζηλεύω
την Σοβιετική Ρωσία.
Είδα
στους ώμους τα κουρέλια,
τη φυματίωση
να τούς γλύφει
με την ανάσα της.
Εντάξει,
δεν φταίμε εμείς -
όμως εκατό εκατομμύρια
ήταν εξαθλιωμένοι.
Εμείς
τώρα
μ’ αυτές τις αβρές ασχολίες -
με τα σπορ
δεν βοηθάμε πολλούς, -
εσένα κι εμένα
μάς χρειάζονται στη Μόσχα,
δεν υπάρχουν αρκετά
ξεκούραστα πόδια.
Δεν έχεις
στο χιόνι
και στον τύφο
περπατήσει
μ’ αυτά τα πόδια,
εδώ
σε χάδια
τα δίνεις
σε δείπνα
με εμπόρους πετρελαίου.
Δεν σκέφτεσαι,
ζαρώνεις μόνο τα μάτια
ισιώνοντας τα τόξα των φρυδιών.
Έλα ’δώ
έλα στη διασταύρωση
των μεγάλων μου
και αδέξιων χεριών.
Δε θες;
Θα μείνεις και τον χειμώνα,
κι αυτό θα είναι
προσβολή
στη γενική υπόθεση.
Δεν με νοιάζει τίποτε,
εσένα
κάποια στιγμή θα σε πάρω –
μόνη
ή μαζί με το Παρίσι.
Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκυ
1928

Επίλογος :

Το απόγευμα της 14ης Απριλίου, 1930, ο Μαγιακόφσκι αυτοπυροβολήθηκε. Το ημιτελές κείμενο του ποιήματος της αυτοκτονίας του σημείωνε, μεταξύ άλλων:Το καράβι της αγάπης συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινή ρουτίνα. Εσύ κι εγώ, δεν χρωστάμε τίποτε ο ένας στον άλλον, και δεν έχει νόημα η απαρίθμηση αμοιβαίων πόνων, θλίψεων και πληγών.

Ο Μαγιακόφσκι ετάφη στη Μόσχα, στο Κοιμητήριο Νοβοντέβιτσι.

Από Admin

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *